ἀγρηνόν

ἀγρηνόν
Grammatical information: n.
Meaning: see below
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἀγρηνόν \<ἔνδυμα\> δικτυοειδες ο περιτίθενται οἱ βακχεύοντες Διονύσῳ. Έρατοσθένης δε αὐτὸ καλεῖ [γρῆνυν] η γῆνον H.; ἀγρηνα δίκτυα καὶ ἔνδυμα H.; ἀγρηνὸν ποικίλον ἐρεοῦν δικτυοειδες καὶ ἔνδυμα δε ποιόν EM 14,2. Has the word prothesis or did it lose the initial vowel? Cf. also γρηνη ἄνθη συμμικτά H. Derivation from ἄγρα (DELG) is quite uncertain. (Nilsson Gesch. Gr. Religion 204 says that the net on the Omphalos was so called. This is ascribed to Hesychius and Pollux (4, 116), but neither author says so. It was only a guess (Pauly-Wissowa s.v.: "wohl auch".) In fact Hesychius states that it was called γάγγαμον, q.v.)
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀγρηνόν — net neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγρηνόν ή άγρηνον — Δικτυωτό μάλλινο ένδυμα που φοριόταν πάνω από την εσθήτα που περιέβαλλε όλο το σώμα. Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο το φορούσαν οι υποκριτές και ιδιαίτερα οι μάντεις. Κατά τον Ησύχιο τον Αλεξανδρέα, το α. φοριόταν από τους συνοδούς του Διόνυσου (τους …   Dictionary of Greek

  • ἀγρηνά — ἀγρηνόν net neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Δελφών — Το Μουσείο των Δελφών, που στεγάζει μία από τις πλουσιότερες συλλογές έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με χρήματα του ελληνικού δημοσίου και την αρωγή του εθνικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.